Στέλιος Λουκίδης
Πρόεδρος
Νικόλαος Τζανάκης
Αντιπρόεδρος
Πέτρος Μπακάκος
Γενικός Γραμματέας
Ελευθέριος Ζέρβας
Ταμίας
Νικολέττα Ροβίνα
Ειδική Γραμματέας & Υπεύθυνη Εκπαίδευσης
Χαράλαμπος Μόσχος
Μέλος-Υπεύθυνος Μονάδας Προληπτικού Ελέγχου & Κοινωνικών δράσεων
Παρασκευή Κατσαούνου
Μέλος-Εθνικός Αντιπρόσωπος ERS & IRC
Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία
Για τα νέα φάρμακα που έχουν προστεθεί στη «φαρέτρα της πνευμονολογίας», αλλάζοντας ριζικά το τοπίο σε αρκετά αναπνευστικά νοσήματα, τις απειλές για την δημόσια υγεία και τις δράσεις του Οργανισμού μιλά στο «The Doctor» το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ΕΠΕ).
Συνέντευξη Κοσμάς Ζακυνθινός
Με την αποδρομή του κορωνοϊού επανήλθε στο προσκήνιο ένα πλήθος αναπνευστικών λοιμώξεων που θέτουν σε κίνδυνο τη Δημόσια Υγεία. Ποιες οι μεγαλύτερες «απειλές» την τρέχουσα περίοδο, από το σύνολο των εξάρσεων που παρατηρήθηκαν κατά διαστήματα στη χώρα μας;
Το διάστημα 2020- 2023 είχαμε συνάψει ένα ανοσολογικό δάνειο υπό την έννοια της αποφυγής συγχρωτισμού και κατ’ επέκταση της απώλειας της εκγύμνασης του ανοσοποιητικού μας απέναντι στις συνήθεις αναπνευστικές ιώσεις. Το ανοσολογικό αυτό δάνειο θα πρέπει τώρα υποχρεωτικώς να εξοφληθεί, τουτέστιν να εκτεθεί το σχετικώς τεμπέλικο ανοσοποιητικό μας εκ νέου στις αναπνευστικές ιώσεις. Αυτή η εκ νέου έκθεση στους αναπνευστικούς ιούς προφανώς εξηγεί τα φαινόμενα και της αύξησης της συχνότητας αλλά και της βαρύτητας των λοιμώξεων αυτών. Οι σοβαρότερες απειλητικές λοιμώξεις για την δημόσια υγεία, που μάλιστα εμφανίζουν σχετική εποχικότητα, είναι η γρίπη και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV). Και για τις δύο αυτές ιώσεις ευτυχώς υπάρχουν εμβόλια. Για μεν τη γρίπη ετήσιο για τον RSV με τα σημερινά δεδομένα η διάρκεια της ισχύος του μπορεί και να φθάσει τα 3 χρόνια. Για τις 2 αυτές απειλές ισχύουν τα γνωστά της ευπάθειας συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων. Αυτές είναι κυρίως οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών, ιδίως όσοι έχουν χρόνια σοβαρά προβλήματα, οι ογκολογικοί και αιματολογικοί ασθενείς καθώς και οι λαμβάνοντες ανοσοτροποποιητικές θεραπείες για αυτοάνοσα νοσήματα. Υπάρχουν σχετικές αναλυτικές οδηγίες εμβολιασμού για όλες αυτές της ομάδες καθώς και κάποιες άλλες που για επαγγελματικούς ή κοινωνικούς λόγους πρέπει επίσης να εμβολιάζονται. Με τον επαρκή εμβολιασμό αυτών των ομάδων αναμένεται να μειωθούν σημαντικά οι εισαγωγές στα νοσοκομεία αλλά και οι σοβαρές κακές εκβάσεις της εισαγωγής στην ΜΕΘ ή και τον θάνατο. Ο κορονοϊός ιδίως το φετινό κυκλοφορούν στέλεχος φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα μόνο στους υπερήλικες άνω των 75 ετών, ιδίως αυτών με χρόνια καρδιαγγειακά ή αναπνευστικά προβλήματα. Στην προστασία αυτής της πληθυσμιακής ομάδας θα πρέπει να επικεντρωθούμε ως προς τον κορονοϊό. Η προστασία αυτή σημαίνει τον ετήσιο εμβολιασμό και την έγκαιρη χορήγηση της από του στόματος ή ενδοφλεβίως της ειδικής αντιικής αγωγής. Κοντά σε αυτές τις τρεις ιώσεις προστίθενται μια σειρά άλλων αναπνευστικών ιώσεων (ρινοιοί, εντεροιοί, αδενοιοί) που δίνουν παρόμοια, αν και ελαφρότερη συμτωματολογία. Για όλες αυτές τις ιώσεις δεν υπάρχει εμβόλιο ή ειδική αντιική αγωγή. Για αυτό, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η γνωστή μας μέθοδος των μέτρων ατομικής προστασίας, δηλαδή κοινωνική αποστασιοποίηση, μάσκα και απολύμανση χεριών. Τα μέτρα αυτά συνιστώνται το κρίσιμο διάστημα των επιδημικών κυμάτων σε όλους τους ευπαθείς, αλλά και σε όσους τυχόν πάσχουν, ώστε να αποφύγουν να μεταδώσουν το νόσημα στο κοινωνικό τους περιβάλλον.
Το τελευταίο διάστημα γίνεται μεγάλης συζήτηση αναφορικά με την ανερχόμενη σε κρούσματα «γρίπη των πτηνών», αλλά και των μεταλλάξεων που πιθανόν να προσβάλλουν ευκολότερα τον άνθρωπο. Πόσο ορατό είναι ένα τέτοιο σενάριο;
Στελέχη της γενικότερης οικογένειας της γρίπης ενδημούν σε ζωικά είδη και δεν προσβάλλουν τον άνθρωπο συνήθως. Ένα από αυτό είναι το στέλεχος Η5Ν1 (γρίπη των πτηνών Η5Ν1) και είναι ευρέως διαδεδομένη στα άγρια πτηνά παγκοσμίως, ενώ έχουν παρατηρηθεί κρούσματα σε πουλερικά και αγελάδες γαλακτοπαραγωγής στις ΗΠΑ και σε άλλα μέρη με αρκετά πρόσφατα κρούσματα σε ανθρώπους σε εργαζόμενους γαλακτοκομικών και πουλερικών στις ΗΠΑ (περίπου 70 κρούσματα φέτος και 1 θάνατος).
Το στέλεχος αυτό φαίνεται να έχει κάνει ένα βιολογικό εξελικτικό άλμα, μέσω μεταλλάξεων, που το έχουν καταστήσει ικανό να προσβάλλει θηλαστικά αλλά και σποραδικά ανθρώπους. Αυτό για την εξελικτική ιολογία αποτελεί ένα «καμπανάκι» που σηματοδοτεί τον κίνδυνο γέννεσης ενός ιογενούς υπερ-στελέχους, με ικανότητα έναρξης μιας έκτακτης κατάστασης προσομοιάζουσας με αυτήν του κορονοϊού. Για πολλούς το στέλεχος αυτό θεωρείται από τα πλέον απειλητικά εμφάνισης μια νέας πανδημίας.
Σε πολύ πρόσφατη (Μάρτιος 2025) επιστολή προς το περιοδικό Science, η Εκτελεστική Διευθύντρια Ετοιμότητας και Αντίδρασης του CEPI (Coalition for Epidemic Preparedness Innovations –CEPI ανεξάρτητο ερευνητικό ίδρυμα για την ανάπτυξη εμβολίων κατά των αναδυόμενων μολυσματικών ασθενειών), Dr Nicole Lurie και έξι άλλοι ειδικοί ανέφεραν ότι ο ιός της γρίπης των πτηνών –γνωστός ως H5N1– είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση και η πιθανότητα εμφάνισης ενός ισχυρά παθογονικού στελέχους για τον άνθρωπο έχει αυξηθεί. Οι ειδικοί προτείνουν τρία κρίσιμα μέτρα που θα πρέπει να ξεκινήσουν τώρα για την προετοιμασία μιας πιθανής ευρύτερης ανθρώπινης επιδημίας H5N1: οι υγειονομικές αρχές πρέπει να δημιουργήσουν ένα πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει τη φαρμακοβιομηχανία, τις κυβερνήσεις, τις ρυθμιστικές αρχές και την επιστημονική κοινότητα για την ανάπτυξη ταχέως επεκτάσιμων εμβολίων, δοκιμών και θεραπειών για την πανδημική γρίπη. θα πρέπει να ξεκινήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δημόσιας επικοινωνίας για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και του δισταγμού σχετικά με τα εμβόλια. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναπτύξουν σχέδια αντιμετώπισης πανδημίας και αποτελεσματικής αντίδρασης σειράς διαφορετικών σεναρίων ασθενειών και στρατηγικών ανοσοποίησης του πληθυσμού.
Όσον αφορά στον καρκίνο του πνεύμονα, ποιες οι νεότερες επιστημονικές εξελίξεις αλλά και ποια η πρόβλεψη της πολιτείας όσον αφορά την πρόληψη της νόσου;
Ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί μια από τις πιο συχνές μορφές καρκίνου παγκοσμίως, με υψηλή θνησιμότητα, κυρίως λόγω της καθυστερημένης διάγνωσης. Παρά τις προκλήσεις, οι πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις στην έγκαιρη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόληψη ανοίγουν νέους ορίζοντες για τη διαχείριση της νόσου. Οι νέες διαγνωστικές και θεραπευτικές προσεγγίσεις έχουν βελτιώσει την πρόγνωση των ασθενών, καθιστώντας τον καρκίνο του πνεύμονα μια περισσότερο αντιμετωπίσιμη νόσο.
- Προηγμένες διαγνωστικές τεχνικές: Η εισαγωγή της υγρής βιοψίας, μιας μη επεμβατικής μεθόδου που ανιχνεύει κυκλοφορούντα καρκινικά κύτταρα και DNA στο αίμα, επιτρέπει την έγκαιρη ανίχνευση της νόσου και την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Ανοσοθεραπεία: Η ανοσοθεραπεία έχει μεταμορφώσει το θεραπευτικό πεδίο της νόσου, ενισχύοντας την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να αναγνωρίζει και να εξουδετερώνει τα καρκινικά κύτταρα. Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής, όπως οι αναστολείς των σημείων ελέγχου PD-1/PD-L1 και CTLA-4, έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά σε μεγάλο ποσοστό ασθενών, τόσο στη προχωρημένη νόσο αλλά πλέον και στα πρώιμα στάδια αυτής, αυξάνοντας θεαματικά την επιβίωση των ασθενών.
- Στοχευμένες θεραπείες: Η γενετική ανάλυση των όγκων επιτρέπει την εφαρμογή εξατομικευμένων θεραπειών που στοχεύουν συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις, όπως οι EGFR, ALK, ROS1 αλλά και πολλές άλλες που ανακαλύπτονται με όλο και μεγαλύτερο ρυθμό τα τελευταία χρόνια. Αυτές οι θεραπείες επιτυγχάνουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και λιγότερες παρενέργειες σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία.
- Ρομποτικά υποβοηθούμενη χειρουργική και ακτινοθεραπεία ακριβείας: Οι σύγχρονες τεχνικές ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής και η στερεοτακτική ακτινοθεραπεία σώματος (SBRT) επιτρέπουν τη στοχευμένη αντιμετώπιση των όγκων, μειώνοντας τις επιπλοκές και βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Πρόληψη και πολιτικές της Πολιτείας
Η πρόληψη παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της μάχης κατά του καρκίνου του πνεύμονα. Η πολιτεία οφείλει να εστιάσει στη μείωση της έκθεσης στους βασικούς παράγοντες κινδύνου μέσω νομοθετικών και ενημερωτικών παρεμβάσεων.
- Καταπολέμηση του καπνίσματος: Το κάπνισμα αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου, καθώς ευθύνεται για > 85% των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα. Η συστηματική εφαρμογή των αντικαπνιστικών νόμων και η ενίσχυση των προγραμμάτων διακοπής του καπνίσματος θα συμβάλουν στη μείωση του ποσοστού των καπνιστών και κατ’ επέκταση στην μείωση του καρκίνου του πνεύμονα.
- Έλεγχος της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των επαγγελματικών κινδύνων: Η ρύπανση του αέρα και η επαγγελματική έκθεση σε καρκινογόνες ουσίες –όπως ο αμίαντος, το ραδόνιο και τα βαρέα μέταλλα– συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου. Οι κρατικές πολιτικές οφείλουν να προωθούν αυστηρότερους ελέγχους για τη ρύπανση της ατμόσφαιρας και την βελτίωση των συνθηκών εργασίας σε βιομηχανίες υψηλού κινδύνου.
- Προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου: Η προώθηση της χαμηλής δόσης αξονικής τομογραφίας (LDCT) για άτομα υψηλού κινδύνου, όπως οι μακροχρόνιοι καπνιστές, επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση και αυξάνει τις πιθανότητες αντιμετώπισης της νόσου στα αρχικά στάδια της.
- Ενημερωτικές εκστρατείες: Εκστρατείες ευαισθητοποίησης για τους κινδύνους του καπνίσματος, της ρύπανσης και της υιοθέτησης ενός υγιεινού τρόπου ζωής παίζουν σημαντικό ρόλο στη μείωση των νέων περιστατικών καρκίνου του πνεύμονα.
Συμπέρασμα
Η «μάχη» κατά του καρκίνου του πνεύμονα έχει εντατικοποιηθεί χάρη στις επιστημονικές εξελίξεις που επιτρέπουν την έγκαιρη διάγνωση και την ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπειών. Παράλληλα, οι πολιτικές πρόληψης, με έμφαση στη μείωση του καπνίσματος και στον προσυμπτωματικό έλεγχο, θα συμβάλλουν στη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας της νόσου.
Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία με τις πρωτοβουλίες της, όπως την έκδοση εθνικών κατευθυντήριων οδηγιών για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του πνεύμονα και την συνεργασία της με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και τη Πολιτεία για την ένταξη της LDCT στις αποζημιούμενες εξετάσεις προληπτικού ελέγχου για ομάδες υψηλού κινδύνου, στοχεύει στην υιοθέτηση μιας εθνικής στρατηγικής για το πρόληψη και πρώιμη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα.
Η συνέχιση της έρευνας, η βελτίωση της πρόσβασης των ασθενών στις καινοτόμες θεραπείες και η ενίσχυση της δημόσιας υγείας είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μελλοντική αντιμετώπιση αυτής της σοβαρής νόσου.
Σε έναν απολογισμό, ποια νέα φάρμακα προστέθηκαν στο «οπλοστάσιο» της πνευμονολογίας τα τελευταία χρόνια και ποια αναμένονται στα επόμενα χρόνια; Ποιες θεραπευτικές κατηγορίες θα αφορούν;
Τα τελευταία χρόνια αρκετά νέα φάρμακα έχουν προστεθεί στη «φαρέτρα της πνευμονολογίας», αλλάζοντας ριζικά το τοπίο σε αρκετά αναπνευστικά νοσήματα.
Το 2012 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην ιστορία της κυστικής ίνωσης, ένα φάρμακο το οποίο στοχεύει στα αίτια της νόσου, το Ivacaftor. Το μόριο αυτό αποτελεί έναν CFTR τροποποιητή, που βελτιώνει τη μεταφορά, την έκφραση και λειτουργία της παθολογικής CFTR πρωτεΐνης, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγαλύτερο ποσοστό λειτουργικής πρωτεΐνης στην επιφάνεια των κυττάρων. Μέχρι πρόσφατα, είχαν εγκριθεί τέσσερις συνδυασμοί CFTR τροποποιητών: το Ivacaftor, Lumacaftor-Ivacaftor και Tezacaftor-Ivacaftor και ο νέος τριπλός συνδυασμός Elexacaftor, Tezacaftor και Ivacaftor. Η επιλογή του κατάλληλου CFTR τροποποιητή για τον εκάστοτε ασθενή γίνεται με βάση τη γονιδιακή του μετάλλαξη. Στα θεαματικά αποτελέσματα της χρήσης του φαρμάκου περιλαμβάνονται η βελτίωση της αναπνευστικής λειτουργίας, η εξαφάνιση του βήχα και των πτυέλων, η αύξηση σωματικού βάρους και στην ουσία η εξάλειψη των συμπτωμάτων της νόσου από τους πρώτους κιόλας μήνες. Η προσθήκη των CFTR τροποποιητών στην θεραπεία της κυστικής ίνωσης αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την θεραπεία της νόσου, γιατί καταφέρνουν αναστείλουν ή να «παγώσουν» την εξέλιξη της νόσου. Η ανακάλυψη αυτή έχει συμβάλει σημαντικά στην αύξηση της επιβίωσης των ασθενών με κυστική ίνωση στα 60-62 έτη από τα 30 με 35 έτη.
Σημαντικές εξελίξεις επίσης, υπάρχουν στη θεραπεία του σοβαρού βρογχικού άσθματος. Τις τελευταίες δυο δεκαετίες η αντιμετώπιση του έχει περάσει σε μια πιο προσωποποιημένη, στοχευμένη προσέγγιση με την ανάπτυξη μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι συγκεκριμένων μοριακών μονοπατιών. Από το 2003 που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στοχευμένη θεραπεία έναντι της IgE στο αλλεργικό βρογχικό άσθμα αρκετά νέα μονοκλωνικά αντισώματα έναντι της IL-5 (mepolizumab, reslizumab), του υποδοχέα της IL-5 (anti IL-5R, benralizumab), του υποδοχέα της IL-4/-13 (anti IL-4/13R, dubilumab) και της θυμικής στρωματικής λεμφοποιητίνης (thymic stromal lymphopoietin, anti-TSLP, tezepelumab) έχουν πάρει έγκριση για τη θεραπεία του σοβαρού ηωσινοφιλικού βρογχικού άσθματος. Οι θεραπείες αυτές έχουν ενταχθεί στις συστάσεις για την αντιμετώπιση του άσθματος (GINA), αφού αλλάζουν τη ζωή των ασθενών με σοβαρό άσθμα βελτιώνοντας συμπτώματα, πνευμονική λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής, μειώνοντας τις παροξύνσεις και την ανάγκη χρήσης συστηματικών κορτικοστεροειδών.
Στα φάρμακα που βρίσκονται καθ’ οδόν, το depemokimab είναι ένα ultra–long-acting μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι της IL-5 που θα χορηγείται ανά 6μηνο στο σοβαρό ηωσινοφιλικό βρογχικό άσθμα. Το depemokimab έχει ελεγχθεί σε δύο τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες φάσης 3a (SWIFT-1 και SWIFT-2), όπου φάνηκε σημαντική μείωση των παροξύνσεων (58%) σε διάστημα ενός έτους θεραπείας. Δυο μονοκλωνικά αντισώματα έναντι της IL-33 δοκιμάζονται επίσης, το itepekimab και το tozorakimab.
Στη μελέτη φάσης 2a FRONTIER-3 (NCT04570657) αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα του tozorakimab στην πνευμονική λειτουργία ασθενών με μέτριο προς σοβαρό άσθμα με διάγνωση πριν την ηλικία των 25 ετών. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν βελτίωση στην πνευμονική λειτουργία αυτών των ασθενών με άσθμα πρώϊμης έναρξης και με ηωσινόφιλα περιφερικού αίματος <300 cells/μL, μια ομάδα ασθενών με μικρότερη ανταπόκριση στη θεραπεία με τα εγκεκριμένα μονοκλωνικά αντισώματα.
Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι μια νόσος που η θεραπεία της βασίζεται κυρίως στα εισπνεόμενα βρογχοδιασταλικά φάρμακα, που δρουν ανακουφιστικά στα συμπτώματα, χωρίς ωστόσο να παρεμβαίνουν στους μηχανισμούς που διαμεσολαβούν την εκδήλωση της νόσου, όπως οι βιολογικές θεραπείες στο άσθμα. Το πρώτο μονοκλωνικό αντίσωμα που εντάχθηκε πρόσφατα στις συστάσεις αντιμετώπισης της νόσου (GOLD) είναι το dupilumab, ενώ υπάρχουν τουλάχιστον έξι διαφορετικά μονοκλωνικά αντισώματα που δοκιμάζονται σε κλινικές μελέτες φάσης 3
και αναμένεται να αλλάξουν τον τρόπο αντιμετώπισης της νόσου, ανοίγοντας ένα παράθυρο ελπίδας για τους ασθενείς αυτούς.
Το Dupilumab που δρα έναντι του υποδοχέα της ιντερλευκίνης (IL)-4/IL-13 έχει δείξει σημαντική μείωση στο ρυθμό παροξύνσεων μέσα από τις μελέτες BOREAS και NOTUS (κατά 34%), βελτίωση στην πνευμονική λειτουργία και τη γενική κατάσταση υγείας των ασθενών. Άλλα μονοκλωνικά αντισώματα που δοκιμάζονται είναι το Tezepelumab (μελέτη φάσης 3 COURSE), το Itekinimab (AERIFY και AERIFY-2), το Tozorakimab (OBERON και ΤΙΤΑΝΙΑ-PROSPERO) και το anti-ST2 Astegolimab (ALIENTO και ARNASA). Σε μια ετερογενή νόσο όπως είναι η ΧΑΠ, η εξατομικευμένη θεραπεία με οδηγό συγκεκριμένους βιοδείκτες ίσως βοηθήσει στη βελτίωση κάποιων ασθενών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Στους ασθενείς με πνευμονικό εμφύσημα λόγω ανεπάρκειας ή έλλειψης α1-αντιθρυψίνης που οφείλεται σε μετάλλαξη του γονιδίου SERPINA 1, η ενδοφλέβια χορήγηση α1-αντιθρυψίνης αποτελεί μια θεραπεία που τα τελευταία χρόνια έχει δείξει πως επιβραδύνει την καταστροφή του πνευμονικού παρεγχύματος (μελέτες RAPID και RAPID-OLE). Άλλες μελέτες έχουν δείξει σημαντική επιβράδυνση στην έκπτωση του FEV1 σε ασθενείς με FEV1 μεταξύ 30% και 60% της προβλεπόμενης τιμής. Η μακροχρόνια παρακολούθηση ασθενών υπό θεραπεία αναδεικνύει σημαντική μείωση στη θνητότητα των ασθενών σε θεραπεία υποκατάστασης της α1-αντιθρυψίνης.
Στα φάρμακα που αναμένονται το brensocatib είναι ένας αναστολέας της διπεπτιδυλ-πεπτιδάσης που δοκιμάζεται στη θεραπεία των βρογχεκτασιών. Το 2020, η κλινική μελέτη φάσης 2 WILLOW έδειξε πως το brensocatib μειώνει τον κίνδυνο, αλλά και τη συχνότητα των παροξύνσεων της νόσου σε 24 εβδομάδες θεραπείας αναστέλλοντας την dipeptidyl peptidase I και την ενεργοποίηση των ουδετεροφιλικών πρωτεασών σερίνης. Ακολούθησαν και άλλες μελέτες μετά από αυτά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα: η μελέτη φάσης 3 ASPEN διάρκειας 52 εβδομάδων (NCT04594369) και μια μελέτη φάσης 2 που στοχεύει στο αναπνευστικό μικροβίωμα με το μόριο BI1291583, που είναι ένας νέος εκλεκτικός αναστολέας της καθεψίνης C (NCT05238675). Επιπλέον, δοκιμάζονται αναστολείς της α1 πρωτεϊνάσης, μια και δρουν μειώνοντας τη φλεγμονή των αεραγωγών και βελτιώνοντας τη λειτουργικότητα των ουδετερόφιλων (NCT05582798).
Την τελευταία δεκαετία, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην θεραπεία της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης. Διπλές τυφλές τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη αντιϊνωτικών φαρμάκων και έχουν καταλήξει ότι η ανοσοκατασταλτική θεραπεία είναι επιβλαβής. Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, συνιστάται αντιϊνωτική θεραπεία είτε με πιρφενιδόνη είτε με νιντεντανίμπη υπό προϋποθέσεις. Και τα δύο φάρμακα επιβραδύνουν την έκπτωση της αναπνευστικής λειτουργίας και χορηγούνται σε ασθενείς υπό στενή παρακολούθηση. Με ενδιαφέρον αναμένονται τα επίσημα αποτελέσματα κλινικών μελετών που αφορούν σε νέους αντιινωτικούς παράγοντες για την πνευμονική ίνωση σε σταθερή κατάσταση, όπως το nerandomilast.
Η Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση (ΠΑΥ) είναι μια προοδευτικά επιδεινούμενη νόσος που χαρακτηρίζεται από υπερπλασία και αναδιαμόρφωση των πνευμονικών αρτηριών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των αντιστάσεων στην πνευμονική κυκλοφορία και προοδευτικά την εμφάνιση δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας. Παρά την πρόοδο στην φαρμακευτική αντιμετώπιση την νόσου τόσο η νοσηρότητα όσο και η θνησιμότητα παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά. Η μέχρι τώρα φαρμακευτική αντιμετώπιση της νόσου στόχευε στην αγγειοδιαστολή των πνευμονικών αγγείων με φάρμακα που μέσω διαφορετικών οδών (ενδοθηλίνης, ΝΟ, προστακυκλίνης), συνδυασμών και οδών χορήγησης (από του στόματος, εισπνεόμενα, συνεχή υποδόρια ή ενδοφλέβια έγχυση) καθυστερούν την εξέλιξη της νόσου.
Από ετών γίνεται ερευνητική προσπάθεια προς θεραπευτικά σκευάσματα που έχουν στόχο την αναστολή/υποτροπή της διαδικασίας υπερπλασίας/απόπτωσης του ενδοθηλίου των πνευμονικών αγγείων. Το πρώτο φάρμακο της ομάδας με αντι-υπερπλαστική αντι-αποπτωτική δράση (με εκλεκτική δράση στην οδό του TGF-b) μέσω δέσμευσης της ακτιβίνης και άλλων πολλαπλασιαστικών και διαφοροποιητικών παραγόντων είναι το Sotetercept. Η προσθήκη του Sotatercept σε ασθενείς που βρίσκονται ήδη σε θεραπεία για ΠΑΥ φαίνεται ότι βελτιώνει σημαντικά όλες τις κλινικές και παρακλινικές παραμέτρους παρακολούθησης της νόσου. Πιθανά βρισκόμαστε στην εποχή που η τρέχουσα έρευνα θα οδηγήσει στην μετατροπή μιας ανίατης ουσιαστικά νόσου σε μια χρόνια νόσο.
Τέλος, αναφορικά με τη διακοπή καπνίσματος ένα νέο (αλλά πολύ παλιό στην χρήση του σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες) σκεύασμα, ένας ανταγωνιστής των νικοτινικών υποδοχέων της ακετυλχολίνης, βρίσκεται στην διάθεσή μας και στην Ελλάδα. Πρόκειται για την Κυτισινικίνη (Cytisine) που είναι ένα φυτικό αλκαλοειδές με χημική δομή παρόμοια με τη νικοτίνη. Η χρήση κυτισινικλίνης επιτρέπει τη σταδιακή μείωση της εξάρτησης από τη νικοτίνη ανακουφίζοντας τα συμπτώματα στέρησης. Η κυτισίνη ανταγωνίζεται τη νικοτίνη για τους ίδιους υποδοχείς και σταδιακά εκτοπίζει τη νικοτίνη λόγω της ισχυρότερης δέσμευσής της. Οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι το φάρμακο δεν είναι κατώτερο της ευρέως γνωστής βαρενικλίνης ενώ εμφανίζει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Το φάρμακο έχει εγκριθεί από τον FDA, EMA και βέβαια τον ΕΟΦ ως ασφαλές και αποτελεσματικό φάρμακο για την θεραπεία της νόσου του καπνίσματος.
Σε συνάντηση με την διοίκηση του ΕΟΠΥΥ η ΕΠΕ ζήτησε τον σχεδιασμό του έργου «Πνευμονικής Αποκατάστασης», ταυτόχρονα με τον εξορθολογισμό των ιδιωτών γιατρών, που σχετίζονται με τη διαχείριση και θεραπευτική προσέγγιση ασθενών με σύνδρομο άπνοιας. Ποια τα προβλήματα που δημιουργούνταν έως τώρα και πότε αναμένονται «απαντήσεις» από πλευράς της Πολιτείας;
Για τα θέματα της εκπαίδευσης στην Ιατρική του Ύπνου και την λειτουργία των εργαστηρίων ύπνου έχουν εκδοθεί δύο υπουργικές αποφάσεις σύμφωνα με τις οποίες έχει θεσμοθετηθεί εκπαίδευση των ιατρών από ορισμένες ειδικότητες, –πιο συγκεκριμένα Πνευμονολογία, Νευρολογία, Ψυχιατρική και Παιδιατρική για παιδιά– κατόπιν εξετάσεων ανάλογων με αυτές της ειδικότητας.
Να τονιστεί ότι δεν υπάρχει εξειδίκευση στην ιατρική του ύπνου αλλά πιστοποίηση. Ένα ζήτημα που εκκρεμεί προς επίλυση είναι ο εξορθολογισμός και η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των ιδιωτών γιατρών του σχετίζονται με τη διαχείριση και θεραπευτική προσέγγιση ασθενών με σύνδρομο άπνοιας στον ύπνο. Υπάρχουν ιδιώτες πνευμονολόγοι, οι οποίοι αν και έχουν πιστοποιηθεί για τη διαχείριση του συνδρόμου άπνοιας στον ύπνο, ουσιαστικά δεν συμμετέχουν σε αυτήν, λόγω του ότι δεν εργάζονται σε δημόσια δομή. Αυτό δεν είναι λογικό τη στιγμή που αρκετοί που εργάζονται σε δημόσια δομή και δικαιούνται να διαχειρίζονται τη διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση του ύπνου δεν έχουν την αντίστοιχη πιστοποίηση εκπαίδευσης. Στο προτεινόμενο σχέδιο της Ελληνικής Πνευμονολογικής εταιρείας υπάρχει αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία των πιστοποιημένων ιατρών και των ιατρών της πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Τι θα προβλέπει το σχέδιο της ΕΠΕ αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο της «Πνευμονικής Αποκατάστασης» και το οποίο θα υποβληθεί στην ομάδα στρατηγικού σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας;
Η πνευμονική αποκατάσταση είναι μια παρέμβαση που στόχο έχει τη βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης και τη μείωση των σωματικών και συναισθηματικών επιπτώσεων μιας χρόνιας πάθησης του αναπνευστικού στη ζωή ενός ατόμου.
Αποτελεί μέρος της ολοκληρωμένης διαχείρισης των ασθενών και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την άσκηση, την εκπαίδευση, την φυσικοθεραπεία, διατροφικές οδηγίες, ψυχολογική υποστήριξη και την αυτοδιαχείριση. Στα προγράμματα αυτά συμμετέχουν εκτός των ιατρών εργοθεραπευτές, διαιτολόγοι, νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι.
Οι ασθενείς υποβάλλονται σε προσεκτική αξιολόγηση πριν την ένταξή τους. Η ένταση, η διάρκεια και το είδος της άσκησης εξαρτώνται από τη βαρύτητα της υποκείμενης νόσου και από τις συνοσηρότητες. Τα προγράμματα είναι εξατομικευμένα στις ανάγκες και δυνατότητες του κάθε ασθενούς.
Η αποκατάσταση έχει αποδειχθεί ότι είναι η πιο αποτελεσματική θεραπευτική παρέμβαση για τη βελτίωση της δύσπνοιας και της ποιότητας ζωής στους περισσότερους ασθενείς με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ). Οι διεθνείς, αλλά και οι περισσότερες εθνικές συστάσεις για την ΧΑΠ, προτείνουν την πνευμονική αποκατάσταση ως μια παρέμβαση για τους συμπωματικούς ασθενείς με ΧΑΠ αλλά και τους ασθενείς με παρόξυνση ΧΑΠ. Τα προγράμματα έχουν διάρκεια 6 έως 8 εβδομάδες και συνήθως γίνονται δύο-τρεις φορές την εβδομάδα.
Εκτός από την ΧΑΠ και ασθενείς με άλλα πνευμονικά νοσήματα όπως διάμεσες πνευμονοπάθειες, βρογχεκτασίες ακόμη και καρκίνο πνεύμονα αλλά και με καρδιοπάθειες ωφελούνται από την αποκατάσταση. Η πανδημία COVID-19 ανέδειξε τη σημασία της αποκατάστασης σε ασθενείς που νόσησαν βαριά από τον ιό και είχαν σοβαρή λειτουργική έκπτωση απότοκη της νόσησης τους.
Η πολιτεία πρέπει να επενδύσει σε προγράμματα αποκατάστασης, γιατί είναι μεγάλα τα οφέλη σε υγειο-οικονομικό επίπεδο. Υπάρχει σαφής ανάγκη να ενταχθεί η αποκατάσταση στο σύστημα της ΗΔΙΚΑ και το πρώτο βήμα είναι πρακτικά η δημιουργία θεσμικού πλαισίου για την πνευμονική αποκατάσταση στη χώρα μας. Το θεσμικό πλαίσιο θα υποβληθεί αρχικά στη Διεύθυνση Στρατηγικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Υγείας. Θα βασιστεί στα οφέλη, που αποδίδει η αποκατάσταση στους ασθενείς βάσει επιστημονικών δεδομένων και στις ακάλυπτες ανάγκες των ασθενών από την απουσία επαρκών κέντρων, που μπορούν να παρέχουν ένα τέτοιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα.
Εκτός από τη διάγνωση και θεραπεία των αναπνευστικών νοσημάτων, έχετε άλλες δραστηριότητες ως πνευμονολογική κοινότητα;
Το κάπνισμα αποτελεί μια σταθερή πανδημία, με τη χώρα μας να πληρώνει σταθερά υψηλό τίμημα, καθώς εξακολουθούμε να έχουμε 38% χρήστες καπνικών προϊόντων. Έτσι, ο καρκίνος του πνεύμονα είναι ο συχνότερος καρκίνος στους άντρες και ο δεύτερος στις γυναίκες μετά τον καρκίνο του μαστού. Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια αποτελεί το 10% του πληθυσμού και το κάπνισμα τον κύριο παράγοντα που οδηγεί σε στεφανιαία νόσο και εμφράγματα τους άντρες πριν τα 50 έτη.
Σαν πνευμονολόγοι έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών μας να πάσχουν από νοσήματα που, είτε προκαλούνται, είτε επιδεινώνονται από το κάπνισμα και γι’ αυτό και η διακοπή του καπνίσματος αποτελεί κύριο αντικείμενο της ειδικότητάς μας. Βέβαια, πάντα η πρόληψη είναι η προτιμότερη εκδοχή και γι’ αυτό και η δραστηριότητά μας δεν περιορίζεται μόνο στο να βοηθούμε τους καπνιστές να διακόψουν, αλλά επεκτείνεται και στην ενημέρωση των γονιών και εκπαιδευτικών καθώς και στη θωράκιση των νέων με γνώσεις και δεξιότητες ώστε να μην πειραματιστούν και εθιστούν στη νικοτίνη. Είναι σημαντικό να κατανοήσουν οι καπνιστές ότι η δυσκολία τους να διακόψουν το κάπνισμα δεν αντανακλά κάποια δική τους αδυναμία, αλλά απλά οφείλεται στην έντονη εξάρτηση που προκαλεί η νικοτίνη, εντονότερη και από αυτή της κοκαΐνης. Γι’ αυτό, και οι μεμονωμένες προσπάθειες των καπνιστών χωρίς ιατρική βοήθεια επιτυγχάνουν μόνο σε ποσοστό 3-5%, ποσοστό που δέκα ή εικοσαπλασιάζεται όταν η προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος συντονίζεται από πνευμονολόγο, που χειρίζεται τη σωματική και ψυχολογική εξάρτηση. Το αναπνευστικό μας σύστημα λειτουργεί απρόσκοπτα μόνο όταν αναπνέουμε καθαρό αέρα και αυτό αντανακλά, όχι μόνο την αναγκαιότητα αποφυγής, τόσο του ενεργητικού, όσο και του παθητικού καπνίσματος, αλλά και την αναγκαιότητα διαβίωσης σε περιβάλλον χωρίς ρύπανση. Η κλιματική αλλαγή, οι πυρκαγιές, η περιβαλλοντική ρύπανση αλλά και άγνωστοι έως πρόσφατα εχθροί, όπως τα μικροπλαστικά, βλάπτουν την αναπνευστική υγεία, προκαλώντας σημαντική νοσηρότητα και θνητότητα. Γι’ αυτό, και η κλιματική αλλαγή και η ρύπανση του περιβάλλοντος αποτελεί προτεραιότητα της πνευμονολογικής κοινότητας, γεγονός που εκφράστηκε με τη συμπερίληψη των αντικειμένων αυτών στις δραστηριότητες της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας και των ομάδων εργασίας της.
Τέλος, η υγιής γήρανση που αποτελεί ολιστική προσέγγιση της αναπνευστικής υγείας, με την πρόληψη των λοιμώξεων του αναπνευστικού με τον εμβολιασμό, τη διακοπή του καπνίσματος αλλά και την υιοθέτηση υγιών καθημερινών πρακτικών διατροφής, άσκησης και διαχείρισης του άγχους αποτελεί την ασπίδα θωράκισης των ασθενών μας.